“Ο μεγάλος Αρης, ο Μαρινάκης, τα φρέσκα ψάρια και ο Ομπράντοβιτς”

Συνέντευξη εφ΄όλης της ύλης παραχώρησε σε αθηναϊκό σάιτ ο Νίκος Αναστόπουλος. Αναλυτικά όσα είπε στο sdna.gr o προπονητής του Άρη, για τη φετινή σεζόν, το όραμα του για τους “κιτρινόμαυρους”, τον Ολυμπιακό, αλλά και το μπάσκετ…

“Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι unique. Δε μοιάζει με κανένα κι αυτό τον διακρίνει. Ο Νίκος Αναστόπουλος είναι μία θρυλική φιγούρα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Επι πολλά χρόνια πρώτος σκόρερ της Εθνικής ομάδας, με μία τεράστια καριέρα να τον ακολουθεί, με την ιστορία του ποδοσφαίρου στη χώρα μας να είναι γραμμένη κι από τα δικά του χέρια. Ο Νίκος Αναστόπουλος έπαιξε στο Καμπιονάτο όταν ήταν το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου και οι ομάδες δεν ήξεραν τι σημαίνει κοινοτικός. Το μόνο που ήξεραν ήταν: Δύο Ξένοι! Κάθε Κυριακή ο κόσμος περίμενε τον Μουστάκια να σκοράρει με τον πιο πιθανό ή απίθανο τρόπο. Ηταν ο άνθρωπος που καθιέρωσε στην Ελλάδα το ψαλιδάκι, πετυχαίνοντας πολλά γκολ μάλιστα με αυτόν τον τρόπο. Ενα από αυτά, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 μου έδωσε το έναυσμα να γράψω το πρώτο μου άρθρο, που φυσικά δε δημοσιεύτηκε πουθενά. Ημουν δεν ήμουν 11 ετών, αλλά τρελός από τότε με την δημοσιογραφία. Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη με έφερε μπροστά στον άνθρωπο, που δεν είναι Μουστάκιας πια, είναι ένας προπονητής που οδηγεί την ώρα στο δρόμο της Ανάστασής του. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή αν διαφωνείς με αυτά που λέει. Εχει όμως σημασία, το γεγονός ότι τα λέει με έναν δικό του ξεχωριστό τρόπο.

«Είναι τεράστιο μέγεθος ο Αρης κι ανεξαρτήτως της κατηγορίας που παίζει, δεν παύει να είναι Αρης. Το πιο μεγάλο κίνητρο για εμένα, ήταν το γεγονός ότι πρόκειται για μία ομάδα που έχει τα στοιχεία τα οποία αναζητά κάθε προπονητής. Εχει κόσμο, φιλοδοξία και το όραμα όπως και το σχέδιο να επανέλθει στη φυσική του θέση. Αυτά τα τρία στοιχεία είναι τα πιο σημαντικά».

– Ναι, αλλά η κατάσταση τώρα δεν είναι εύκολη

«Το μόνο που αλλάζει είναι ότι μία συγκαιρία πραγμάτων έφερε τον Αρη σε αυτή την κατάσταση. Ο κόσμος είναι πιστός στην ομάδα, αν και για να είμαστε ειλικρινείς φέτος δεν ήταν τόσο κοντά στην ομάδα. Τους δικαιολογώ όμως. Πέρσι ειδικά, αλλά και γενικά, ο κόσμος έχει ταλαιπωρηθεί. Εχει κουραστεί. Εχει βαρεθεί, έχει αγανακτήσει. Πέρσι τράβηξε το μαρτύριο με το «ανεβαίνω-δεν ανεβαίνω» και κουράστηκε. Αν δεν ερχόταν ο Καρυπίδης να βάλει τα χρήματα, να αποκτηθούν ποδοσφαιριστές, να έρθω κι εγώ, θα υπήρχε πρόβλημα. Και πέρσι έλεγαν οι διάφοροι ότι έχει την ομάδα να ανέβει στην Σούπερ Λίγκ. Αυτό δεν έγινε όμως. Και δεν έγραφαν τίποτα μετά…». Πλέον η κατάσταση είναι πολύ καλή. Πληρωνόμαστε στην ώρα μας, που είναι πολύ βασικό, μα όλη η οργάνωση είναι επιπέδου Σούπερ Λίγκας. Οι υποχρεώσεις μας όμως, είναι ανάλογες. Δεν μπορεί να έχουμε απολαβές αυτού του επιπέδου και οι υποχρεώσεις μας να είναι ερασιτεχνικού. Δε γίνεται».

– Πότε θα ανέβει ο Αρης στην Σούπερ Λιγκ;

«Μακάρι να είχαμε τη δυνατότητα να ανέβουμε αύριο. Αλλά δε γίνεται. Φέτος είμαστε στη Φούτμπολ Λιγκ, του χρόνου λογικά στην Φούτμπολ Λιγκ 1 και μετά στην Σούπερ Λίγκα. Δε γίνεται να προσπεράσουμε τις κατηγορίες.  Ο Αρης θα γυρίσει όμως».

– Με τον Αναστόπουλο;

«Είναι αυτονόητο αυτό. Και με τον Αναστόπουλο και με τον Καρυπίδη»

– Κι αν αύριο μεθαύριο έρθουν και σου πουν «Νίκο ευχαριστούμε, δε θα πάρουμε άλλο», τι γίνεται;

«Υπάρχει ένα συμβόλαιο. Υπάρχει ένα πλάνο που καταλήγει στη Σούπερ Λίγκα. Αν θα γίνει αυτό υπάρχουν επιπτώσεις και κυρώσεις».

– Πως είναι η σχέση σου με τον κόσμο;

«Ο κόσμος, και το 2006 που ανέβασα τον Αρη στην πρώτη κατηγορία, και γενικά, όταν ερχόμουν ως αντίπαλος πάντα με χειροκροτούσε και με αναγνώριζε. Το αισθητήριο του οπαδού δύσκολα θα κάνει λάθος. Ολοι αναγνώρισαν την προσφορά μου και με  χειροκρότησαν. Το πιο βασικό είναι ότι από τότε που έφυγα, είχα ξαναμιλήσει δύο φορές για να έρθω στον Αρη όταν έπαιζε στη Σούπερ Λίγκα. Εκρινα όμως, ότι όπως είχε εξελιχθεί η κατάσταση θα ήταν πολύ δύσκολο να προχωρήσει. Οπως κι έγινε».

– Ποια ήταν η καλύτερη ομάδα που προπόνησες ποτέ;

«Ως ομάδα ήταν ο ΟΦΗ τη χρονιά που ανεβήκαμε στην Σούπερ Λιγκ. Ως μέγεθος εννοώ. Είναι ανώτερος ως μέγεθος από τον Ατρόμητο. Οταν πήγα το 2010 στο Ηράκλειο με αντιμετώπισαν με δυσπιστία. Οχι όμως, προπονητικά. Αυτό συνέβη διότι προερχόμουν από δύο ποδοσφαιρικούς εχθρούς του ΟΦΗ. Είχα παίξει στον Ολυμπιακό και ήμουν προπονητής στα Γιάννινα όταν έγιναν τα περιβόητα μπαράζ του ΠΑΣ με τον ΟΦΗ. Οι φίλαθλοι τα συνδύαζαν όλα αυτά και με αντιμετώπισαν με καχυποψία. Με την πάροδο του χρόνου όμως, με αναγνώρισαν, ανέβασα την ομάδα στην Σούπερ Λίγκα και όταν γυρίσαμε από τα μπαράζ της Νέας Σμύρνης στο Ηράκλειο με σήκωσαν στα χέρια. Οι Ηρακλειώτες δύο ανθρώπους έχουν σηκώσει στα χέρια. Τον συγχωρεμένο, Αντρέα Παπανδρέου κι εμένα. Εκείνη τη χρονιά που ανεβήκαμε στη Σούπερ Λίγκα με τον Νίκο Μαχλά, έχοντας δημιουργήσει μία πολύ καλή ομάδα, μέχρι τον πρώτο γύρο που ήμασταν μαζί, είχαμε την τέταρτη θέση. Είχαμε εξασφαλίσει από πολύ νωρίς την παραμονή. Μετά πλάκωσαν τα οικονομικά προβλήματα, έφυγαν παίκτες. Δεν κινδυνεύσαμε βέβαια και η χρονιά βγήκε άνετα. Την επόμενη σεζόν, λόγω αδειοδότησης ξεκινήσαμε με πιτσιρίκια και τρεις μεγάλους. Και στον πρώτο γύρο είχαμε 18 βαθμούς.

Εκείνη την εποχή ο Ατρόμητος ήταν πάντα στην πεντάδα. Είναι νοικοκυρεμένος σωματείο με σοβαρή διοίκηση. Τότε, είχε προβλήματα όμως. Οταν πήγα εκεί, κάναμε ένα πλάνο ώστε η ομάδα να είναι έτοιμη στα πλέι οφ. Κατά τη διάρκεια της σεζόν κερδίσαμε τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκη. Γυρνώντας στο Περιστέρι βλέπω ότι μας περιμένουν 30 φίλαθλοι. Τους λέω τότε εγώ: «Λοιπόν, αν ήμουν στο ΟΦΗ ή στον Αρη θα είχα τρεις χιλιάδες κόσμο στο αεροδρόμιο να με σηκώσει στα χέρια». Τέλος πάντων. Είχαμε κάποια σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή μας, αλλά ήταν λογικό διότι δουλεύαμε για τα πλέι οφ. Εκείνη την εποχή στα πλέι οφ ο Ατρόμητος έπαιξε την καλύτερη μπάλα. Την επόμενη χρονιά που ήταν; Εμεινε απ’εξω διότι ήρθε 0-0 με τον Αστέρα. Ηρθε το παιχνίδι με τον Αρη που χάσαμε 1-0 και πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις την πληρώνει ο προπονητής. Εγώ με τον κ.Σπανό δεν έχω κανένα πρόβλημα. Μετά από αυτό ο καθένας τράβηξε το δρόμο του».

– Με τον Ολυμπιακό τι έγινε;

«Το όνειρό μου είναι ο Ολυμπιακός. Κάθε άνθρωπος έχει όνειρα και φιλοδοξίες, αλλιώς δεν μπορεί να οδηγηθεί πουθενά. Ηρθε λοιπόν, ο Ολυμπιακός και μου έκανε πρόταση όταν ήμουν προπονητής στην Κέρκυρα. Ποιος προπονητής, αν τον έπαιρνε ο Κόκκαλης τηλέφωνο, θα έφερνε αντίρρηση;  Εγώ δε συζήτησα αν θα πάω, αλλά για τον τρόπο που θα πήγαινα. Απέμεναν 6-7 παιχνίδια για το φινάλε του πρωταθλήματος. Πως θα πάρεις το αποτέλεσμα που θέλεις; Πως να κριθείς αν είσαι καλός ή κακός; Εκρινα ότι δεν έπρεπε να πάω τότε στον Ολυμπιακό»

– Τι σου είπε ο Κόκκαλης;

«Μου είπε να πάω στον Ολυμπιακό. Του είπα «Πρόεδρε, δεν το συζητάμε. Παίρνω το αεροπλάνο κι έρχομαι αύριο το πρωί». Εχουν ειπωθεί από τότε διάφορα πράγματα, που δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Κάτι για συμβόλαια και τέτοια. Εγώ του είπα μόνο ένα πράγμα: «Πρόεδρε έρχομαι. Αλλά για διάφορους λόγους μπορεί να μην πάρουμε το πρωτάθλημα. Αν δεν πάει κάτι καλά, άφησέ με και του χρόνου να ξεκινήσω τη σεζόν κι αν τον Οκτώβριο δεν είμαστε καλά , φεύγω μόνος μου. Μου λέει «Ρε Νίκο, προπονητής στον Ολυμπιακό θα γίνεις, για συμβόλαια μιλάς;». Του απάντησα ότι δεν θέλω κανένα συμβόλαιο, δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα. Ο,τι αποφασίσεις εσύ θα μου δώσεις! Ξέρω ότι δεν αδικείς κανένα. Μου είπε ότι δε γίνεται και τελείωσε η υπόθεση».

– Το μετάνιωσες ποτέ;

«Οχι δε μετάνιωσα. Ισα ίσα! Σου είπα ποιος ήταν ο λόγος. Δεν υπήρχε θέμα συμβολαίου. Εδώ πάμε σε άλλες ομάδες και συμφωνούμε ότι αν τσουλήσει το σύστημα έχει καλώς, αν δεν τσουλήσει παίρνω το καπέλο μου και φεύγω. Απλά ζήτησα να ξεκινήσω ως προπονητής και τη επόμενη σεζόν. Ξέρεις κάτι; Ηρθαν σε εμένα τότε, διότι είχα μία διαδρομή. Δεν ήμουν ουρανοκατέβατος. Τέλος πάντων, αν είναι να γίνει, θα γίνει. Αν όχι, δε θα πεθάνουμε κιόλας. Ο Κόκκαλης έχει προσφέρει πολλά, το ίδιο και ο Νταϊφάς. Θα σου πω ένα πράγμα όμως… Επειδή τους έχω ζήσει όλους τους προέδρους, ο Μαρινάκης είναι ο καλύτερος απ’όλους, αν εξαιρέσεις τον Γουλανδρή. Είναι ο καλύτερος πρόεδρος που έχει περάσει ποτέ από τον Ολυμπιακό. Για εμένα τουλάχιστον! Ετσι το βλέπω. Εχω συνεργαστεί με όλους. Ο Μαρινάκης είναι ο καλύτερος».

– Δε φοβάσαι ότι θα θιχτεί ο Κόκκαλης αν το διαβάσει;

«Γιατι; Την άποψή μου λέω… Πρόσφερε και ο Κόκκαλης, αλλά εγώ λέω την άποψή μου. Κατηγορώ κανέναν; Αποψή μου είναι. Ο καθένας μπορεί να πει ότι καλύτερος ποδοσφαιριστής είναι ο τάδε κι όχι εγώ…»

Πάω να αλλάξω κουβέντα… Αλλά με διακόπτει…

«Για να μην το ξεχάσω. Πρέπει να πω ότι εκείνη την πρόταση, τότε, είχε κάνει ο Σάββας Θεοδωρίδης. Είναι φίλος μου, αλλά ανεξάρτητα από αυτό, είναι Ολυμπιακός. Ημασταν μαζί όταν έπαιζα στον Ολυμπιακό. Ηταν έφορος! Ολοι μαζί και με τον Τάσο, είχαμε δημιουργήσει κάποιες επαφές. Η πρόταση λοιπόν, έγινε κατόπιν της παρότρυνσης του Σάββα Θεοδωρίδη. Για να καταλήξουμε. Ο Νταϊφάς δε με πήρε στον Ολυμπιακό; Ο Σαλιαρέλης, πρόσφερε, ο Κόκκαλης το ίδιο. Για εμένα όμως ο Μαρινάκης είναι ο καλύτερος».

– Ο κόσμος, η νέα γενιά ξέρει ποιος είναι ο Αναστόπουλος;

«Πιστεύω πως ναι… Το εισπράττω. Κι αν δε γνωρίζουν, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους μεταφέρουν ποιος ήμουν. Γονείς, φίλοι, συγγενείς»

– Ποιο παιχνίδι με τον Ολυμπιακό θυμάσαι πιο έντονα;

«Θυμάμαι το παιχνίδι με τον Άγιαξ… Θυμάμαι το μπαράζ… Κι ένα άλλο με τη Δόξα Δράμας, που ήταν το τελευταίο της σεζόν 82-83 και είχα τόσο άγχος να βάλω γκολ, που εκτέλεσα τρία πέναλτι και έβαλα μόνο το ένα. Τελικά βγήκα τρίτος σκόρερ. Αν είχα βάλει τα πέναλτι θα έβγαινα δεύτερος… Ηταν ένας προσωπικός στόχος για εμένα».

– Με την Εθνική;

«Εκείνη την εποχή το όνειρο κάθε παίκτη ήταν να παίξει στο Γουέμπλεϊ. Ημουν λοιπόν, στο περίφημο 0-0 με προπονητή τον Αρχοντίδη. Παίξαμε με 10 παίκτες κάτω από τη σέντρα κι εγώ μόνος μου στην επίθεση (γελάει). Ανάμεσα σε κάτι θηρία. Κρατήσαμε τελικά και θυμάμαι ότι έπαιξα στο Γουέμπλεϊ. Ηταν κι ένα παιχνίδι όμως που ανήκει στον Αρχοντίδη. Πριν από το ματς είχε υποστεί μεγάλη πίεση… Τώρα το καταλαβαίνω κι εγώ που είμαι προπονητής. Δε θυμάμαι ποιον παίκτη του Παναθηναϊκού δεν ήθελε να βάλει στην ενδεκάδα και προτίμησε να χρησιμοποιήσει τον Γκαλίτσιο. Που ήταν ο καλύτερος παίκτης τελικά. Ολοι του έγραφαν ότι θα φάει 3-4 γκολ κτλ. Και τελικά πήραμε το «Χ». Επίσης θυμάμαι ένα παιχνίδι με την Ιταλία στο Μπάρι, όπου χάσαμε 3-0 με την Ιταλία να έχει μόλις γυρίσει από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αλησμόνητο ματς διότι εκείνη η Ιταλία ήταν ομαδάρα. Με τον Ρόσι, τον Σιρέα…»

Σταματάει για λίγο… Πριν του κάνω την επόμενη ερώτηση με διακόπτει…

«Τι να κάνω όμως, που η μάνα μου με γέννησε νωρίς… Τέλος πάντων!»

– Ησουν ο πρώτος Ελληνας που έπαιξε ως ξένος στο Καμπιονάτο με την Αβελίνο… Θυμάμαι, ότι όλοι νιώθαμε πολύ περήφανοι τότε για εσένα…

«Τότε δεν ήταν όπως είναι τώρα. Αν φύγω να παίξω στην Ιταλία τώρα, είμαι Ιταλός, δεν είμαι ξένος. Τότε έπαιζαν στις ομάδες μόνο δύο ξένοι. Τέλος! Δύο! Απ’όπου κι αν προέρχονταν. Δύο! Και τότε το Καμπιονάτο ήταν το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου. Με τον Μαραντόνα, που δεν ξαναβγαίνει τέτοιος παίκτης. Δεν ξαναβγαίνει! Καρέκα, Αλεμάο, Μπρίγκελ, ο Ρας! Είχε 60 γκολ με την Λίβερπουλ τότε στην Αγγλία και στην Ιταλία ξέρεις πόσα έβαλε; Πέντε! Απίστευτο πρωτάθλημα. Είχε Μπόνιεκ που έπαιζε στη Ρόμα έχοντας φύγει από τη Γιούβε. Τώρα το ιταλικό είναι της πλάκας. Κάθε καρυδιάς πάει να παίξει εκεί».

– Με ποιες σκέψεις έφυγες από το Αβελίνο;

«Εφυγα ευχαριστημένος παρότι δεν πετύχαμε το στόχο της παραμονής λόγω προβλημάτων. Η ομάδα ήταν καλή. Εκπλήρωσα ένα παιδικό όνειρό μου. Στην Ελλάδα είχα κάνει τα πάντα. Ηλικιακά πλησίαζα τα 30 εκείνη την εποχή και ήθελα να κάνω μία προσπάθεια μήπως παίξω στην Ιταλία. Τελικά τα κατάφερα. Χωρίς να υπάρχει αυτό που συμβαίνει σήμερα. Οσο κόστιζες, τόσο αμοιβόσουν. Ο,τι άξιζες, αυτό έπαιρνες. Κι εγώ έφτασα στην Ιταλία».

– Ο Αναστόπουλος τεχνίτης δεν ήταν… Τι είχε ως παίκτης;

«Τι εννοείς δεν ήταν τεχνίτης;»

– Δεν έπαιρνες τη μπάλα να περάσεις 5 και να σκοράρεις…

«Μπορούσα ακόμα και 15 να περάσω»

– Αλλιώς έβαζες τα γκολ όμως…

«Οταν ξεκίνησα έπαιζα έξω δεξιά, εξτρέμ. Μετά γύρισα σέντερ φορ. Εχω βάλει γκολ με την ΑΕΚ στο Καραϊσκάκη, έχοντας διανύσει 30 μέτρα με τη μπάλα. Ψάξε και βρες το. Οταν αλλάζεις θέση, είναι διαφορετικά τα πράγματα. Οταν η άμυνα σε παίζει κλειστά, πρέπει να βρεις τρόπο να σκοράρεις. Ο γκολτζής γεννιέται. Ο γιατρός γίνεται, ο τραγουδιστής γίνεται. Ο γκολτζής γεννιέται. Υπάρχουν κι άλλοι παίκτες της εποχής μου, που βάσει της απόδοσης και της αξίας μας δεν πληρωθήκαμε. Τώρα, είναι αλλιώς τα πράγματα. Κι άλλοι συμπαίκτες μου, συνάδελφοι δεν πληρώθηκαν βάσει της αξίας τους».

– Ποια ήταν η σχέση σου με τον Μητρόπουλο;

«Ο Τάσος ήρθε στον Ολυμπιακό ένα χρόνο μετά από εμένα. Η συνεργασία μας ήταν άψογη. Ηταν σέντερ φορ κι εγώ αυτός που έκοβα στην περιοχή για να παίρνω τις πάσες του ή τις κεφαλιές του. Τότε είχαμε προπονητή τον Αλκέτα και μία μέρα παίξαμε ένα φιλικό στη Φιλαδέλφεια με την ΑΕΚ. Εγώ ξεκινούσα έξω δεξιά κι από την άλλη πλευρά ο Ορφανός με τον Μητρόπουλο στο κέντρο της επίθεσης. Γίνονταν λοιπόν κάτι μπαλιές ψηλές και μεγάλες. Ο Αλκέτας δεν έλεγε πως έπρεπε να κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι μπαλιές έρχονταν κι έφευγαν. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω κίνηση και να κόβω στην περιοχή. Στην ανάπαυλα, επειδή ο Αλκέτας ήταν ψυχολόγος, μορφωμένος κι έξυπνος, μου είπε: «Καλά ρε Μουστάκια (Μουστάκια με έλεγε), δε σου έχω πει ότι θα κάθεσαι στη γραμμή και δε θα κόβεις μέσα; Του λέω, Δάσκαλε (έτσι τον έλεγα), πηδάει ο Τάσος, αν δεν κόψω να πάρω την μπάλα να το βάλω, πως θα κάνουμε το γκολ; Το βλέπει ο Αλκέτας ότι είναι σωστό και τι μου λέει; Καλά ρε Μουστάκια, κάνε ό,τι θες. Μία, δύο τρεις, λοιπόν στο δεύτερο ημίχρονο την παίρνω και κάνω γκολ. Ολα αυτά μας έφεραν πιο κοντά και κάναμε παρέα εκτός γηπέδου. Ο Τάσος με την Ελενα Ναθαναήλ, εγώ με την κοπέλα μου. Περνούσαμε ωραία. Ακόμα και τώρα. Κάνουμε παρέα και με τον Νίκο Βαμβακούλα που είναι από τα καλά παιδιά. Γελάμε πολύ!»

– Θυμήσου μία ωραία ιστορία με τον Βαμβακούλα…

«Παίζαμε στο Ρότερνταμ… Θα πηγαίναμε στο γήπεδο από κάτι στενούς δρόμους. Είχαμε προγραμματίσει να φύγουμε πολύ νωρίς, αλλά λόγω της κίνησης φτάσαμε μισή ώρα πριν τη σέντρα του ματς. Είχαμε αργήσει. Κάποια στιγμή ο Βαμβακούλας φωνάζει: «Αμάν, ξέχασα τα παπούτσια μου…». Επαιξε λοιπόν, με παπούτσια ένα νούμερο μικρότερο και ήταν ο καλύτερος του γηπέδου. Για τέτοια τρέλα μιλάμε».

– Την εποχή εκείνη τι σήμαινε να είσαι ποδοσφαιριστής;

«Εκείνες τις εποχές υπήρχε η ιδέα ότι ο ποδοσφαιριστής είναι αλήτης, αμόρφωτος κτλ κτλ. Τώρα ο ποδοσφαιριστής έχει άλλη εικόνα. Μπορεί να είναι γιατρός παράλληλα, δικηγόρος, τα πάντα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα…»

– Αντιδράσεις λατρείας είχες;

«Δεν το συζητάμε! Οπου κι αν πήγαινα. Ερχόταν κόσμος για φωτογραφίες, αυτόγραφα, συζητήσεις. Οταν είσαι δημόσιο πρόσωπο και είδωλο, δεν είσαι ο εαυτός σου. Προσέχεις οτιδήποτε κι αν κάνεις. Δεν μπορείς να μιλάς όπως θες και να σε ακούει ο κόσμος που είναι δίπλα… Δεν μπορεί να κάνεις πολλά πράγματα. Η δημοσιότητα έχει τα καλά, έχει και τα κακά της. Είναι ωραίο να είσαι διάσημος, αλλά έχει κι αρνητικά. Δεν μπορείς να βγεις με μία γκόμενα και να τη χαμουρέψεις ρε παιδί μου… Οι άλλοι το κάνουν».

– Η προπονητική του μπάσκετ παίζει ρόλο στο ποδόσφαιρο;

«Βέβαια, πολλά πράγματα που συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο, προέρχονται από το μπάσκετ. Είμαι μέγας θαυμαστής του μπάσκετ. Το λατρεύω. Αλλωστε ήταν και το άθλημα που ξεκίνησα να παίζω. Στη Δάφνη. Ημουν τόσο καλός που με πήρε στην πρώτη ομάδα ο Κώστας Μπογατσιώτης τότε. Μου αρέσει πολύ το μπάσκετ…»

– Συνεχίζεις να βλέπεις;

«Δεν το συζητάμε. Τα παλιά τα χρόνια, όταν μεγαλουργούσε ο Αρης, τον υποστήριζα. Λόγω Γκάλη και Ξανθού. Μετά πήρε τα ηνία ο Ολυμπιακός. Και πάλι με τον Ξανθό ήμουν. Και την ομάδα μου φυσικά».

– Και μετά κυριάρχησε ο Παναθηναϊκός…

«Ε, εντάξει, το μπάσκετ που έπαιξε επί Ξανθού ο Ολυμπιακός, δύσκολα να το ξαναπαίξει κάποια ομάδα. Και τώρα έχει καλή ομάδα. Είναι καλός ο Σφαιρόπουλος. Οπως και ο Μπαρτζώκας. Εκανε καλή δουλειά, επέλεξε καλούς παίκτες».

– Θα πάει στο Φάιναλ Φορ;

«Πιστεύω πως ναι… Αλλά ένας είναι ο Θεός… Νίκος Γκάλης! Στο Ευρωμπάσκετ είχα πάρει εισιτήρια για όλα τα ματς. Κάναμε και παρέα κάποια εποχή. Είναι Θεός ο άνθρωπος».

– Ποιος προπονητής του μπάσκετ εμφανίζει στοιχεία που ταιριάζουν και στο ποδόσφαιρο;

«Κοίταξε. Ως προπονητής μου αρέσει ο Μεσίνα. Το έψαχνε πολύ. Δυστυχώς όμως όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος. Ο Ομπράντοβιτς, μιλώντας αντικειμενικά και όχι ως Ολυμπιακός, είχε παιχταράδες στον Παναθηναϊκό. Εντάξει, πήρε ένα Κύπελλο με την Μπανταλόνα. Μόνο αυτό έχει να επιδείξει όμως. Δεν είχε διάρκεια. Και ο Παβλίσεβιτς το ίδιο. Είχε πάρει τίτλο με την Τσιμπόνα. Αλλά μετά διαλύθηκε η Τσιμπόνα. Ο Ομπράντοβιτς είναι καλός προπονητής. Με τη Φενέρ θα το πάρει όμως; Πήγε πέρσι κι έχασε δια περιπάτου στο Φάιναλ Φορ. Σε κάθε ομάδα που πάει του δίνουν τα εχέγγυα. Ο Ολυμπιακός από την άλλη πλευρά έχει μία σταθερή παρουσία. Τα πέντε τελευταία χρόνια έχει πάει στα τρία Φάιναλ Φορ. Κι από τα τρία έχει πάρει τα δύο. Δε μιλάω ως Ολυμπιακός, μιλάω αντικειμενικά».

– Σου αρέσει η κατάσταση στο ποδόσφαιρο;

«Οχι βέβαια. Εχει πάρει τον κατήφορο. Κι αν όσοι ασχολούνται δεν ευαισθητοποιηθούν θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα»

– Τα πράγματα αισθάνεσαι ότι είναι καθαρά;

«Γιατί να μην είναι; Αν κάτι δεν είναι καθαρό θα βγει στη δημοσιότητα».

– Δεν υπάρχει δηλαδή ο κανόνας ότι ο πιο ισχυρός ελέγχει τα πάντα;

«Παντού υπάρχει. Οταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έπαιρνε τα πρωταθλήματα, όλοι φώναζαν για διαιτητές και τέτοια. Δεν μπορώ να καταλάβω κάποια πράγματα. Μπορεί ο πρόεδρος να πάει να πει στους παίκτες του ότι πρέπει να χάσουν; Υπάρχει προπονητής που θα πει ότι πρέπει να χάσουν οι παίκτες; Κι εμένα μου έχει τύχει, μεταξύ παικτών, στο μιλητό, να υπάρχουν κουβέντες… Θυμάμαι ένα παιχνίδι στη Ρόδο με το Διαγόρα. Τα παιδιά έπεφταν τότε κι εμείς είχαμε πάρει το πρωτάθλημα από νωρίς. Προσπαθούσαν να μας πιάσουν στο φιλότιμο. Εγώ όταν παίζω θέλω να κερδίζω και τη μάνα μου όμως. Ποιος πρόεδρος θα σου πει: «Κάτσε χάσε»; Δε γίνονται αυτά τα πράγματα».

– Οι διαιτητές δεν μπορούν να καθορίσουν το αποτέλεσμα;

«Τι να κάνουν; Να πέσεις έξω από την περιοχή και να σου δώσει πέναλτι;»

– Καλά, κι αυτό έχει συμβεί…

«Δεν ξέρω αν έχει γίνει… Δε θυμάμαι… Αυτό που ξέρει είναι ότι πρέπει να φτιάξεις ομάδα! Οι ισχυροί πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν. Σε όλες τις χώρες. Στην Αγγλία πέρσι δεν έλεγαν για τον Μουρίνιο; Ότι γκρίνιαζε, ότι έκανε πολλά. Τα ίδια έλεγαν και για τον Φέργκιουσον. Εδώ ασχολούμαστε με τα δικά μας, αλλά παντού γίνονται. Στο ποδόσφαιρο πρέπει να επενδύεις. Οταν επενδύεις εισπράττεις. Γιατί σήμερα το ποδόσφαιρο έχει λεφτά. Ολοι οι φορείς του ποδοσφαίρου πρέπει να οργανωθούν γιατί το ποδόσφαιρο είναι κοινωνικό αγαθό. Στο γήπεδο ο κόσμος ξεχνάει τα προβλήματά του».

– Νωρίτερα είπες ότι το κριτήριο του κόσμου είναι αλάνθαστο… Δε βρίσκεις ότι ο κόσμος είναι οργισμένος με αυτά που γίνονται;

«Εντάξει, ο κόσμος είναι εξοργισμένος διότι υπάρχει θέμα διαβίωσης, κι όταν υπάρχει τέτοιο θέμα ο άλλος θέλει κάπου να ξεσπάσει. Αλλος ξεσπά στη γυναίκα του κι αυτοί που έρχονται στο γήπεδο και το σπάνε είναι αυτοί που τρώνε ξύλο από τη γυναίκα τους. Και πάνε γήπεδο για να κάνουν τους άντρες. Το ποδόσφαιρο είναι μέρος εκτόνωσης. Να βρίσουν! Εγώ δέχομαι να με βρίσει κάποιος. Αυτό που δεν δέχομαι είναι να μου πετάξει αντικείμενο. Σε ένα παιχνίδι με τη Βέροια, ως προπονητής του Αρη, κερδίσαμε και στο τέλος πέταξε κάποιος ένα αντικείμενο και παραλίγο να μου στοιχίσει το μάτι. Στη δική μου εποχή οι οπαδοί κάθε ομάδας πήγαιναν σε όλα τα γήπεδα. Σήμερα γίνεται αυτό; Δε γίνεται!».

– Με τον Νταϊφά τι έγινε και τσακωθήκατε;

«Τίποτα μωρέ… Είχαμε κατακτήσει το πρωτάθλημα τότε και με τον Τάσο προσπαθήσαμε να πάρουμε μία αθλητική εταιρία. Του ζητήσαμε να βοηθήσει. Ε, αυτό! Κι από την άλλη πλευρά όμως, δεν μπορεί να δίνεις στο Νόιμαν 30εκ. τότε, κι εμείς να παίρνουμε 3.60. Και ταυτόχρονα να έχεις από εμάς απαιτήσεις του 1 δις κι από τον Νόιμαν του ενός ευρώ. Είναι αδικία. Κι εμένα δε μου αρέσει η αδικία. Για κανά μήνα ήμασταν παγωμένοι μετά μεσολάβησαν κάποιοι άνθρωποι και τα βρήκαμε. Εν τέλει μας βοήθησε. Καλός άνθρωπος, αλλά λίγο σφιχτός με τα χρήματα.

– Χρήματα σου έχουν μείνει από την καριέρα που έκανες ως παίκτης;

«Το θέμα είναι να περνάς κι από τα δύο στάδια. Και της ανέχειας και την άνεσης. Υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή από τα χρήματα. Τα χρήματα σου δίνουν μία άνεση να κάνεις ένα ταξίδι, όπως εγώ για παράδειγμα θέλω να πάω στο Σπαλέτι, τώρα που έχει μία διακοπή του πρωτάθλημα, για να τον παρακολουθήσω. Από εκεί και πέρα δε σου δίνουν τίποτα άλλο. Οσοι έχουν χρήματα κουράζονται να σκέφτονται τι θα τα κάνουν. Οσοι δεν τα έχουν κουράζονται να σκέφτονται πως θα τα αποκτήσουν. Εγω όμως είμαι της άποψης ότι τα λεφτά και τα ψάρια πρέπει να τρώγονται νωπά. Αυτή είναι η φιλοσοφία μου και δεν την αλλάζω. Σε όποιον αρέσω. Μπορείς να με κρίνεις ως προπονητή. Ως άνθρωπο όχι. Οταν δε σου βρίσκουν ψεγάδια σε αυτό που κάνεις, προσπαθούν να σε λασπολογήσουν αλλιώς. Μπορώ να το κάνω κι εγώ όμως ξέρεις. Κάποτε με πείραζε. Τώρα δε με πειράζει. Αν θα το κάνεις εσύ, θα το κάνω κι εγώ».

– Κλείνοντας….

«Κλείνοντας θέλω να πω για τον Αρη ότι είναι μία ομάδα που έχει τεράστια δημοφιλία. Και όσοι θα βρεθούμε στη Σούπερ Λιγκ, όταν ανέβει, είμαστε υποχρεωμένοι να του φέρουμε μία διάκριση. Γιατί έχει πάει 4 τελικούς και τους έχει χάσει με κατεβασμένα χέρια. Εχει κουραστεί ο κόσμος από τον παπά, από τη νύχτα. Εχει κουραστεί. Πάμε να μπούμε σε ένα άλλο πλάνο. Για να χαρεί ο κόσμος. Εχει ανάγκη να χαρεί ο κόσμος κι έχουμε υποχρέωση να του προσφέρουμε αυτή τη χαρά. Το πιο σημαντικό που έχω αποκομίσει στις δύο φορές που εργάστηκα στον Αρη είναι ότι ο κόσμος με αγαπάει. Ως ποδοσφαιριστής εγώ ήμουν αντίπαλος του Αρη, δεν είχε κάποια σχέση. Αλλά όταν εργάστηκα ως προπονητές με αναγνώρισε. Πλέον μου το δείχνει και του το δείχνω. Εχουμε υποχρέωση στον κόσμο. Από τα λάθη που έγιναν στο παρελθόν, έχουμε μάθει στο παρόν. Αυτά τα λαθη μας βοηθούν».