Mεταγραφές : Μια διάσταση που αγνοείται

Το πάθος των παικτών για μπάλα και νίκες…

Μπορεί εμείς που αγαπάμε το ποδόσφαιρο και τον ΠΑΟΚ, βλέποντας τον αγώνα να ονειρευόμαστε να ήμασταν στη θέση των ποδοσφαιριστών και να τα δίναμε όλα για τη νίκη της αγαπημένης μας ομάδα, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι για τους ποδοσφαιριστές. Τουλάχιστον για τους περισσότερους. Το ποδόσφαιρο, από ένα σημείο και μετά, είναι γι’  αυτούς μια δουλειά και μια ευκαιρία να βγάλουν πολλά χρήματα και να απολαύσουν μια καλή ζωή εξασφαλίζοντας και τα παιδιά τους.

Από τη στιγμή λοιπόν που γι΄ αυτούς είναι μια δουλειά, συμπεριφέρονται όπως όλοι οι εργαζόμενοι. Δηλαδή από όλα έχει ο μπαχτσές. Και φιλότιμους και φιλόδοξους και εργατικούς και μαχητικούς και λουφαδόρους και βαρεμένους και ατρόμητους, τολμηρούς και ευθυνόφοβους και αξιοπρεπείς και υποκριτές και τίμιους και διεφθαρμένους, και ισχυρές προσωπικότητες και αδιάφορες.

Πάρτε για παράδειγμα τους γιατρούς, ένα ξεχωριστό και ελκυστικό επάγγελμα, του οποίου οι αμοιβές μπορούν να φτάσουν εξ’  ίσου ψηλά με τους ποδοσφαιριστές. Πολλοί καλοί γιατροί, καθηγητές, εξαιρετικοί χειρουργοί κλπ, μένουν παθιασμένοι με την ιατρική και τη δουλειά τους μέχρι μεγάλη ηλικία, αλλά αρκετοί εκεί κάπου στα 50 τα παρατούν και παύουν να εξελίσσονται καθώς περνάει ο χρόνος. Αν συζητήσεις με τους τελευταίους, θα σου πουν ότι κουράστηκαν μια ζωή με το διάβασμα, από μικρά παιδιά και την πίεση και μολονότι βγάζουν πολλά χρήματα και έχουν φήμη, ένιωσαν ότι τους φεύγει η ζωή και δεν έχουν ζήσει τις χαρές της. Σεβαστή η θέση τους αρκεί βεβαίως να αποσυρθούν για να μην κάνουν και κακό.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποδοσφαιριστές. Αρκετοί από αυτούς, κάποια στιγμή νιώθουν το ίδιο με τους γιατρούς. Πολύ περισσότερο που η δική τους δουλειά, απαιτεί ειδική ζωή, διατροφή, στερήσεις, σκληρή προπόνηση, συνεχή ταξίδια, πίεση και ένταση. Ακόμη πολύ περισσότερο, που οι σημερινοί ποδοσφαιριστές βρίσκονται στις ακαδημίες από μικρά παιδιά. Συχνά από τα οκτώ και τα δέκα. Δεν έχουν ζήσει δηλαδή μια φυσιολογική παιδική και εφηβική ζωή. Στα 28 έχουν ήδη είκοσι χρόνια προπονήσεων και στερήσεων και αρκετοί δεν το αντέχουν άλλο. Αυτό δεν συνέβαινε παλαιότερα όταν οι ποδοσφαιριστές, προέρχονταν από τις γειτονιές και τα γήπεδα των χωριών, ήταν πιο φυσικά ταλέντα και έμπαιναν σε πρόγραμμα ομάδων στα 15-17 χρόνια τους.

Έτσι βλέπουμε κάποιους, όπως ο Μπουφόν, να παίζουν παθιασμένα μέχρι τα βαθιά πρώτα… άντα και άλλους να παραδίδουν ψυχολογικά προς το τέλος της δεκαετίας των είκοσι.

Μ’  αυτούς όμως συμβαίνει το εξής: Ενώ δεν έχουν πια διάθεση να συνεχίσουν στους ίδιους ρυθμούς και προτιμούν είτε να απολαμβάνουν άλλες χαρές στη ζωή ή την οικογένειά τους, έχουν τη δυνατότητα να βγάλουν κι άλλα χρήματα, πολλά χρήματα με μερικά ακόμη συμβόλαια. Έτσι δεν τα παρατούν εντελώς αλλά εξελίσσονται σε κάτι σαν κακής ποιότητας δημοσίους υπαλλήλους. Τους βλέπουμε στο γήπεδο να μην έχουν καμιά σπιρτάδα, να προσπαθούν να παίξουν συντηρητικά, με βαθιές μπαλιές, με την παλιά τους τέχνη χωρίς να βάζουν τα πόδια στη φωτιά, να διαχειρίζονται την κατάσταση, να γυρίζουν τη μπάλα πίσω, να χάνουν μονομαχίες και όλα αυτά που ένα έμπειρο μάτι τα καταλαβαίνει.

Μάλιστα, οι πιο καλοί (τέως) εξ’  αυτών, με υψηλά κασέ πετυχαίνουν καλά συμβόλαια με άλλες ομάδες, σε κατώτερο επίπεδο, οι οποίες μετά κλαίνε τα λεφτά τους. Εκεί που έπαιρνε δηλαδή 3-5 εκατομμύρια, για να το πούμε απλά, κάποια ομάδα θα βρεθεί σ΄ αυτή την κατάσταση να του δώσει 1,5 εκατομμύριο, χάριν του ονόματος, αλλά η αξία που θα πάρει θα είναι πολύ μικρότερη. Κερδισμένος είναι ο ξεδοντιασμένος παίκτης. Σ’  όλο αυτό το σύστημα βάζουν βέβαια βαθιά το χεράκι τους οι μάνατζερ.  Γι’  αυτό άλλωστε υπάρχει το δόγμα της καλής ηλικίας των παικτών ανάμεσα στα 22-23 χρόνια και τα 27-28 και αυτό δεν αφορά μόνο στις φυσικές τους δυνάμεις και την πορεία ανόδου αλλά και στις ψυχικές τους δυνάμεις και τη θέλησή τους για ποδόσφαιρο, όπως το περιγράφω. Γι’  αυτό και οι έξυπνες ομάδες αγοράζουν μόνο τέτοιες ηλικίες, όπως πήγε να κάνει στον ΠΑΟΚ ο Άρνεσεν.

Οι ασχολούμενοι με το ποδόσφαιρο έχουν μια φράση: ‘Πήγε σ’  αυτήν την ομάδα για να κολλήσει τα τελευταία ένσημα’, αναφερόμενοι στις τελευταίες μια-δυό χρονιές ενός ποδοσφαιριστή και σε ηλικία 32-34 χρόνων αλλά στην πραγματικότητα, για αρκετούς, αυτό συμβαίνει πολύ πιο νωρίς.

Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει, όσοι παίρνουν τις αποφάσεις για τις μεταγραφές της ομάδας, να τα λαμβάνουν υπ΄ όψη, μαζί με τα τεχνικά δεδομένα αλλά φοβάμαι ότι δεν το κάνουν. Δεν είναι ικανοί να το κάνουν. Γιατί αυτό θέλει ισχυρά πνευματικά προσόντα, μόρφωση, κουλτούρα, εμπειρία από ζωή. Φοβάμαι ότι όλοι αυτοί οι πρώην ποδοσφαιριστές, διαιτητές κλπ, ακόμη κι αν έχουν καλό ποδοσφαιρικό μάτι – που οι περισσότεροι δεν έχουν – δεν μπορούν να βρουν τις κατάλληλες προσωπικότητες για μια ομάδα. Δεν υπολογίζουν αυτό το σημείο.

Και στον ΠΑΟΚ  λοιπόν είδαμε και βλέπουμε αυτό το φαινόμενο. Μεγαλύτερο παράδειγμα ο  Ζαμπράνο. Ο παίκτης αυτός μου έδωσε αυτήν ακριβώς την αίσθηση, ότι τα έχει παρατήσει, αλλά δεν ήταν έκπληξη για μένα. Είχα αναγνωρίσει τα σημάδια. Όταν ένας παίκτης πάρει την κατιούσα από την ηλικία των 28-29 χρονών, όταν χάσει σ΄ αυτή την ηλικία την θέση του στην εθνική, όταν πηγαίνει σε ομάδες και πρωταθλήματα που θεωρούνται πιο χαμηλού επιπέδου, είναι ένα σημάδι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Άλλο να συμβούν όλα αυτά στα 32 και άλλο στα 29. Πολύ φοβάμαι ότι σ’  αυτήν την κατηγορία ανήκει και ο Ελ Καντουρί, γιατί βλέπω τα ίδια σημάδια. Σχεδόν το ίδιο ήταν και ο Λέοβατς. Φαίνεται να μην είναι τέτοιες περιπτώσεις ο Μαουρίσιο, ο Κάμπος, ο Κρέσπο, ο Κάνιας. Ευτυχώς…

Και τον Βαρέλα κάπως έτσι τον έβλεπα πέρσι, με τα κιλάκια του, χωρίς σπιρτάδα αλλά φέτος είναι πολύ καλύτερος. Αντίθετα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο με τον Μαλεζά.

Αυτό που περιγράφω δεν είναι το ίδιο με το να παίρνει μια ομάδα μεγάλα ονόματα, στα τελευταία χρόνια της καριέρας τους, τα οποία στην ακμή τους δεν θα μπορούσε ούτε να τα διανοηθεί. Τέτοιοι παίκτες μπορούν να της αποδώσουν τα μέγιστα, αρκεί να διατηρούν το πάθος τους για την μπάλα και επιτυχίες. Τρανό παράδειγμα ο Πάμπλο Γκαρσία, ο Κοντρέρας, ο Λίνο, ο Μάτος. Ο Ριβάλντο παλαιότερα στον Ολυμπιακό.

Έτσι, για τους παίκτες-μεγάλα ονόματα αλλά κάποιας ηλικίας, ένα βασικό κριτήριο για το σκάουτινγκ της ομάδας, πέρα από τα τεχνικά χαρακτηριστικά, πέρα από την προσωπικότητα, την φυσική κατάσταση, τους τραυματισμούς και τα φουσκωμένα από τους μάνατζερ κατορθώματα του παρελθόντος, είναι να αφουγκραστούν αν ο παίκτης διατηρεί άσβεστη τη φλόγα για μπάλα ή αν έχει παραδώσει το πνεύμα, έχει δημοσιουπαλληλοποιηθεί και έρχεται για να κοροϊδέψει.