Μαρκόπουλος: «Δεν ξέρω αν θα μείνω»

Ο Σούλης Μαρκόπουλος παραμένει προσγειωμένος στη… γη. Μ’ άλλα λόγια; Η 3η θέση και η εκπληκτική πορεία του ΠΑΟΚ στο φετινό πρωτάθλημα, αλλά ούτε οι 600 και πλέον αγώνες στους πάγκους της Α1 δεν τον κάνουν να πετά στα σύννεφα.

Ο προπονητής του «Δικεφάλου» σε συνέντευξη του στο Αθηναϊκό –Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, μίλησε για τις δυσκολίες που συνάντησε μέσα στη χρονιά, όταν στο ξεκίνημα της έφτασε στο σημείο να φτιάξει μια ομάδα που δεν θα κινδυνεύσει με υποβιβασμό! «Οσο παράλογο και αν ακούγεται, βλέποντας στο ξεκίνημα ότι διαφοροποιούνται τα δεδομένα μας, το μυαλό μας πήγαινε στο να φροντίσουμε η ομάδα να μην κινδυνέψει. Διότι ξέραμε, με εξαίρεση τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό, ίσως και τον Πανιώνιο, ότι οι υπόλοιπες ομάδες στο πρωτάθλημα ήτανε ισοδύναμες. Δεν ήθελε πολύ να αρχίσουμε με άσχημα αποτελέσματα και να μας πάρει από κάτω», υποστήριξε ο Μαρκόπουλος και πρόσθεσε: «Χάσαμε στο πρώτο παιχνίδι της σεζόν, για το Κύπελλο, καταφέραμε να ξεπεράσουμε, ωστόσο, τον αποκλεισμό με μεγάλες νίκες στην Ευρώπη. Με το χρόνο η ψυχολογία μας ανέβηκε και με τις νίκες στο πρωτάθλημα. Ήμασταν επίσης τυχεροί που από ένα σημείο και μετά μπορούσαμε να δουλεύουμε όλοι μαζί, χωρίς τραυματισμούς. Ευχαριστώ το Θεό που στα κρίσιμα σημεία μας είχαμε όλους τους παίκτες διαθέσιμους».

Και επειδή έχει ξεκινήσει ήδη η κουβέντα για το αν θα συνεχίσει στον πάγκο του ΠΑΟΚ και τη νέα περίοδο, ο Μαρκόπουλος δείχνει να μην το γνωρίζει ούτε ο ίδιος… «Ηθελα το 2009 να επιστρέψω στον ΠΑΟΚ, γιατί πίστευα πως το 2006 είχα αφήσει στη μέση κάποια πράγματα. Πίστευα ότι και με δύο χρονιές να έμενα στην ομάδα, πάντα με τα δεδομένα που υπήρχαν, κάτι καλό θα μπορούσε να βγει. Οι στόχοι που είχα μέχρι τώρα για τον ΠΑΟΚ εκπληρώθηκαν. Για τη συνέχεια, κανείς δεν ξέρει. Δεν είναι μόνο ό,τι έχω εγώ στο μυαλό μου, αλλά και όσα σκέφτεται η ομάδα».

ΑΛΛΟΣ ΚΟΥΠΕΡ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ

Στην κουβέντα δεν ήταν δυνατόν να μην υπάρχει αναφορά στον Ντι Τζέι Κούπερ, που ήταν το «άλφα και το ωμέγα» του φετινού ΠΑΟΚ.

«Ο Κούπερ ξεκίνησε καλά, κάνοντας πράγματα που ήξερε από το κολέγιο. Τελείωσε διαφορετικά. Αν αναλύσεις το παιχνίδι του από την πρώτη μέρα, βλέπεις ότι εκεί που ήταν ένας παίκτης που δεν πάσαρε εύκολα έξω από τη ρακέτα, στο τέλος είχε άλλο στυλ, έγινε ένας πολύ πληθωρικός παίκτης. Η πάσα του ήταν καταπληκτική. Φάνηκε πιο εύκολα στο μάτι γιατί είχε περισσότερο την μπάλα στα χέρια, αν όμως δεν αξιοποιούσαν οι συμπαίκτες του τις πάσες, δεν τρέχανε για να τελειώσουν τις φάσεις, δε θα είχαμε το αποτέλεσμα που τελικά απολαύσαμε. Τη διαφορά στη φετινή ομάδα την έκανε το ότι είχαμε περισσότερους Ελληνες. Παίκτες που οι περισσότεροι, μέχρι πρότινος, δεν είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, παιδιά με όρεξη για δουλειά και δίψα για διάκριση. Γεγονός που εκμεταλλευτήκαμε όσο μπορούσαμε και φτιάξαμε αυτό το σύνολο που μας δικαίωσε».

Ο Μαρκόπουλος μίλησε και για τον μη ερχομό του Λάζαρου Παπαδόπουλο στα μέσα της χρονιάς: «Περιμέναμε ότι θα ενταχθεί στην ομάδα, μετά τον τραυματισμό του, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος. Όταν αυτό δεν έγινε έπρεπε να προσαρμοστούμε σε διαφορετικά δεδομένα, έπρεπε να βρούμε τρόπους, μέσα από την ομαδικότητά μας, να έχουμε παιχνίδι μέσα και έξω από τη ρακέτα. Τα καταφέραμε».

Κρατώντας στιγμές από τη χρονιά, έμεινε στην ήττα από την Ανκαρα στο PAOK Sports Arena, που στέρησε ουσιαστικά την παρουσία του «Δικεφάλου» από τη δεύτερη φάση του Eurocup. «Μας πείραξε εκείνο το αποτέλεσμα. Η καλύτερη στιγμή είναι σίγουρα το τέλος, με την κατάκτηση της τρίτης θέσης στο πρωτάθλημα», ήταν τα λόγια του.

ΕΓΩ Ο ΣΟΥΛΗΣ

«Θεωρώ πως ίσως έκανα περισσότερα από ότι είχα στο μυαλό μου το καλοκαίρι και αυτό με ικανοποιεί. Εβαλα καινούρια πράγματα σε τεχνικά θέματα. Το μπάσκετ, άλλωστε, συνεχώς αλλάζει, είναι δράση και αντίδραση, πρέπει να προσθέτεις σε αυτά που ακούς, να έχεις ιδέες και πάντα ψάχνεσαι για να πάρεις το καλύτερο από το υλικό που διαθέτεις», είπε ο πολύπειρος προπονητής.

Τόνισε ακόμη: «Λάθη στον εαυτό μου βλέπω κάθε μέρα. Το θέμα, σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι να δουλεύεις για να τα διορθώσεις. Επιπλέον, για μένα δεν έχει σημασία τι είσαι και τι αισθάνεσαι για τον εαυτό σου, αλλά τι θέλεις να προσφέρεις, ώστε να υπάρχει ικανοποίηση πάνω στην απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από σένα».

Στην επισήμανση για το ότι η προπονητική του αξία αναγνωρίστηκε με καθυστέρηση, σχολίασε: «Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έκανα καλά τη δουλειά μου. Πολλά πράγματα παίζουν ρόλο για να έχεις θέση σε μια ομάδα. Πριν την οικονομική κρίση τα μεγάλα σωματεία στη χώρα δεν έδιναν ευκαιρίες σε Ελληνες προπονητές. Οσο και να λες ότι κάποιος κάνει καλή δουλειά, πρέπει να του δώσεις την ευκαιρία, να δεις αν έχει τις αντοχές στη μεγάλη πίεση. Ποτέ δεν αισθάνθηκα αδικημένος. Ηταν θέλημα Θεού να πάω κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να αναγνωριζόμουν νωρίτερα, να πήγαινα σε μεγάλη ομάδα, να μην τα κατάφερνα και να καταστρεφόταν η καριέρα μου. Ο προπονητής είναι μόνος του, ειδικά μετά από ήττες και αυτός που την… πληρώνει είναι η οικογένειά του. Είναι κανόνας της ζωής, στην ήττα όλοι φεύγουν μακριά. Ακόμη και ο Αδάμ, μετά το προπατορικό αμάρτημα, είπε δε φταίω εγώ… Με την τρέλα μου για το μπάσκετ δημιούργησα προβλήματα στους δικούς μου ανθρώπους. Παλιότερα, ειδικά, όταν ήμουνα μαζί τους, ήτανε σαν να βρισκόμουν στον κόσμο μου. Πολλές φορές άλλα μιλούσα, άλλα σκεφτόμουνα και άλλα έκανα. Ακόμη και στον ύπνο μου ξυπνούσα το βράδυ, έγραφα πράγματα σε ένα μπλοκάκι που είχα δίπλα μου και κοιμόμουν ξανά. Πλέον, δεν το κάνω αυτό ιδιαίτερα, μόνο καμιά φορά αν χρειαστεί. Το μπάσκετ, να φανταστείτε, πως το άρχισα για να εκτονώσω την υπερκινητικότητα που είχα ως παιδί. Οι γονείς μου, μάλιστα, δε με άφηναν να ασχοληθώ γενικά με τον αθλητισμό, έμαθαν ότι παίζω μπάσκετ τρία χρόνια αφού το άρχισα. Τα ρούχα μου τα άφηνα σε συμπαίκτη μου και τα πλέναμε μόνοι μας… Το πιο άσχημο πράγμα που βίωσα ως αθλητής ήταν όταν μου είπαν ότι δεν μπορώ να παίξω άλλο (σ.σ. σταμάτησε πολύ νωρίς, λόγω προβλήματος υγείας)».

Ο ΧΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Σημείο αναφοράς της επαγγελματικής ζωής του είναι και η συνεργασία τα τελευταία χρόνια με το γιο του, Χάρη. Γεγονός που «Εχει θετικά και αρνητικά», όπως μοιράστηκε μαζί μας. Εξήγησε λέγοντας: «Είναι εύκολη και πιο άμεση, οποιαδήποτε ώρα, η επικοινωνία, πιο ελεύθερα πέφτουν και αναλύονται ιδέες, πιο εύκολα μπορείς να πεις κάτι μπασκετικό και να δεις αν μπορείς ή δεν μπορείς να το κάνεις. Αρνητικό είναι ότι μπορείς να κοντραριστείς και πιο εύκολα. Ισως είμαι λίγο πιο απότομος μαζί του. Μου μοιάζει στην τρέλα για το μπάσκετ. Εχει όλα τα εχέγγυα και τις δυνατότητες να πάει ψηλά. Η διάρκεια, βέβαια, είναι αυτή που σου δίνει θέση στο φόρουμ των προπονητών. Θέλει και λίγο τύχη. Η ζωή του προπονητή, ωστόσο, είναι δύσκολη, απόμακρη ακόμη και στα καλά και εύκολα. Γι’ αυτό του είχα πει να κάνει άλλα πράγματα, που θα του πήγαιναν μάλιστα. Επέλεξε διαφορετικά».